Μετάβαση στο περιεχόμενο

Άγω

Από Βικιεπιστήμιο

Κλίση του ρήματος στους Αρχικούς του Χρόνους:


Ἅγω (οδηγώ, ανατρέφω)
Εν. ἅγω
Πρτ. ἧγον
Μελλ. άξω
Αόρ. ἥγαγον
Πρκ. ἀγήοχα-ἦχα
Υπρσ. ἠγηόχειν-ἤχειν-ἀγηόχειν



Παράγωγα
αγωγός, αγωγή, αγώνας, αγέλη, άξονας, άγημα, παρείσακτος, χορηγός, στρατηγός