Γραμματική/Εσπεράντο/Με λίγα λόγια

Από Βικιεπιστήμιο
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η γραμματική της εσπεράντο είναι πολύ διαφορετική από τη γραμματική των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Όπως η κορεατική, η φινλανδική, η ιαπωνική ή η τουρκική, πρόκειται για μια γλώσσα συγκολλητική.

Κατασκευάζουμε μια λέξη προσθέτοντας σε ένα θέμα άκλιτα μορφήματα που ανήκουν, καθένα, σε μια και μόνο γραμματική κατηγορία:

  • -o για τα ουσιαστικά
  • -a για τα επίθετα
  • -e για τα επιρρήματα που προκύπτουν από μια ρίζα (θα δούμε και μια άλλη κατηγορία επιρρημάτων)
  • -j για τον πληθυντικό
  • -n για την αιτιατική (θα δούμε αλλού πότε την χρησιμοποιούμε)

Ο πληθυντικός (-j) και η αιτιατική (-n) προστίθενται στην κατάληξη του ουσιαστικού ή του επιθέτου. Αυτό δίνει -oj, -ojn, -aj, -ajn.

Κλίση των ρημάτων: τα ρήματα κλίνονται σε τρεις χρόνους της οριστικής: παρελθόν (-is), παρόν (-as), μέλλον (-os). Υπάρχει επίσης μια κατάληξη για την προστακτική (-u), μία για την υποθετική-ευκτική (-us), κι άλλη μία για το απαρέμφατο (-i). Αυτές οι καταλήξεις είναι άκλιτες και μας επιτρέπουν να εκφράσουμε οποιαδήποτε έννοια υπό τη μορφή ρήματος.

Όπως και στην ρωσική, η εσπεράντο δεν έχει υποτακτική. Η προστακτική είναι μία έγκλιση που εκφράζει διαταγή, συμβουλή, κλπ., αλλά επίσης μια θέληση, επιθυμία, απαίτηση.

Όπως στη ρωσική, τη λατινική και... την ελληνική, η σειρά των λέξεων είναι αρκετά ελεύθερη στην εσπεράντο. Το υποκείμενο, το ρήμα και το αντικείμενο (που εκφράζεται μέσω της αιτιατικής) μπορούν να εμφανιστούν οπουδήποτε μέσα σε μια πρόταση. Το οριστικό άρθρο la πρέπει πάντα να βρίσκεται πριν το ονοματικό σύνολο. Οι προθέσεις τοποθετούνται στην αρχή του προθετικού συνόλου. Τα επιρρήματα όπως ne (άρνηση) ή nur (μόνο) τοποθετούνται πριν την έκφραση που τροποποιούν. Οι σύνδεσμοι, όπως kaj (και) ή ke (ότι, πως) προηγούνται της φράσης που εισάγουν. Το οριστικό άρθρο la είναι άκλιτο. Δεν υπάρχει αόριστο άρθρο.

Όπως στα αγγλικά, τα ουσιαστικά δεν έχουν γένος. Για να εκφράσουμε θηλυκά, χρησιμοποιούμε το επίθημα -in- (που μας έρχεται από την γερμανική: Freund - Freundin): amiko (« φίλος ») - amikino (« φίλη »).