Νεοϊνδοευρωπαϊκή Μάθημα 14

Από Βικιεπιστήμιο
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

ΝΕΟΪΝΔΟΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΜΑΘΗΜΑ 14


ΜΙΑ ΤΕΧΝΗΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ


(Με βάση το σχετικό δικό μας βιβλίο (των Ιωαννίδη Κ. & Ιωαννίδου Αικ.) του 2008) --ΚώτσονΙωαν 19:46, 27 Αυγούστου 2009 (UTC)


ΜΑΘΗΜΑ 14. Μικρό νεοϊνδοευρωπαϊκό - νεοελληνικό λεξικό.


Α


aa! , oo! > επιφωνήματα έκπληξης, α!, ο!, abak, se < ἄβαξ, -ακος > άβακας, πίνακας, abebai, se < ἀβέβαιος > αβέβαιος, aboetet, se < ἀβοήθητ-ος > αβοήθητος, adiallakt, se < ἀδιάλλακτος > αδιάλλακτος, adik, se < ἄδικος > άδικος, adike, eg < ἀδικέ-ω > αδικώ, aerodromi, se < ἀεροδρόμι-ον > αεροδρόμιο, aeroporik, se < ἀεροπορικ-ός > αεροπορικός, aerosunod, se < ἀεροσυνοδ-ός > αεροσυνοδός, aetes, se < ἀήθης < ἀήθεσ-ος > ασυνήθης, afanid, eg < ἀφανίδ-j-ω > αφανίζω, afedron, se < ἀφεδρόν-ος > τουαλέτα, afosiose, se < ἀφοσιώσε-ως > αφοσίωση, Afrodite, se < Ἁφροδίτη> Αφροδίτη, ag eiren, eg < ἄγω εἰρήνην > ζω ειρηνικά, ag eort < ἄγω ἑορτἠν > γιορτάζω, ag, eg < ἄγ-ω > οδηγώ, agalmat, se < ἀγάλματ -ος > άγαλμα, agalmatopoi, se < ἀγαλματοποι-ός, agan < ἄγαν > πολύ, υπερβολικά, aganakte, eg < ἀγανακτέ-ω > αγανακτώ, agapa, eg <αγαπά-ω > αγαπώ, agapet, se < ἀγαπητ-οῦ > αγαπητός, agast, se <ἀγαστ-ός > θαυμαστός, agat, se < ἀγαθ-όν > αγαθό, agate < ἀγαθῶς, καλά, agate, agatione, agatiste < ἀγαθῶς, καλά, agatoerg, se < ἀγαθοεργ-ός > αγαθοεργός.


age < ἄγε > να, μόριο προστακτικής, age tu amele! < ἀμέλει > δεν πειράζει, age tu erema < ἔχε ἠρέμα > ηρέμησε, age tu i eis korakes < άι στο διάολο, age tu tarse < θάρσει > έχε θάρρος, age u tu tumo < μη θυμώνεις, Agesilaos, se < Ἀγησίλα-ος > Αγησίλαος, aghinoi, se < ἀγχίνοια > ευφυία, aghitalass < ἀγχιθάλασσος > παραθαλάσσιος, aglaid, eg < ἀγλαϊζω > λαμπρύνω, agnoe, eg < ἀγνοέ-ω > < αγνοώ, agor dialuse < ἀγορῆς διάλυσις > ώρα 12-2, agor pletous < ἀγορά πλήθουσα > ώρα 10-12, agoraz, eg < ἀγοράζ-ω > αγοράζω, agoreu, eg < ἀγορεύ-ω > αγορέυω, agreut kalam, se < ἀγρευτής κάλαμος > καλάμι για ψάρεμα, agri, se < ἄγρι-ος > άγριος, agriampel, se > ἀγριάμπελος, agtor, se < ἄγ-ω + tor > οδηγός, πράκτορας, aharit, se < ἄχαρις < -ιτος > άχαρις, aht, eg < ἄχθομαι > λυπάμαι, είμαι φορτωμένος, aidemosun, se < αἰδημοσύνη > σεβασμός, aideor, se < αἰδέομαι > ντρέπομαι, aidos, o argeies! < ντροπή Αργείοι, aidos, se < αἰδόσ -ος > ντροπή, aig, se < αἰγ-ός > κατσίκα, aimatid, se < αἱματίδ-ος > κόκκινο φόρεμα, aion, se < αἰώνας > αιώνας, aipol, se < αἰπόλος > βοσκός.


air, eg < αἴρω > υψώνω, σηκώνω, aire, eg < αἱρέ-ω > κυριεύω, aishr, se < αἰσχρός > αισχρός, aist, eg < αἰσθάνομαι > νιώθω, aistemat, se < αἰσθήματ-ος > αίσθημα, aiti, se < αἰτία > κατηγορία, aitia, eg < αἰτιά-ω > κατηγορώ, aitiaka, eg < ᾐτίακα > έχω κατηγορήσει, aitiik, se < αἴτιος > αίτιος, akeo, eg < ἀκέ-ομαι > θεραπεύω, akerukt, se < ἀκήρυκτος > ακήρυκτος, Akko, se < Ἀκκώ > μπαμπούλας, akme of se eb < ἀκμή ἥβης > ζενίθ, akolout, se < ἀκόλουθ-ος > ακόλουθος, akoloute, eg < ἀκολουθέ-ω > ακολουθώ, akont, se < ἄκοντ-ος > ακούσιος, akou, eg < ἀκού-ω > ακούω, akratei, se < ἀκράτεια > ακράτεια, akrates, se < ἀκρατέσ-ος > ακρατής, akrit, se < ἄκριτ-ος > άκριτος, aksi, se < ἄξιος > άξιος, aksio, eg < ἀξιόω > αξιώνω, aksiopoie, eg < ἀξιοποιέ-ω > αξιοποιώ, aksiosa, eg < ἠξίωσα > αξίωσα, ala < ἀλλά, umonon … ala ke, ala eg legsa uoton < αλλά δεν είπα κάτι, ala ke > ἐν τούτοις > και όμως, ala pos, o Platon? < ἀλλά πῶς, ὦ Πλάτων; ala pu hon es? < αλλά πού είναι; ala ton te me? < αλλά τι με ενδιαφέρει, ala u shol es te eg < αλλά δεν ευκαιρώ, ales, se < ἁλαί > αλυκές, alat, se < ἅλατ-ος > αλάτι, alektor, se < ἀλέκτορ-ος > κόκορας, alektorid, se < ἀλεκτορίδ -ος > κοτόπουλο, alektr, se < ἄλεκτρος > ανύπαντρος.


aletei, se < ἀληθεί-ας > αλήθεια, aletese < ἀληθής > αληθινά, aleteu, eg < αληθεύ-ω, aletriban, se < ἀλετρίβαν-ος > γουδοχέρι, aleur, se < ἄλευρον> αλεύρι, alge palai, eg < ἀλγῶ πάλαι > υποφέρω από παλιά, alge se pneumat, eg < ἀλγῶ τὸ πνεῦμα, alge, eg < ἀλγέ-ω > πονώ, λυπάμαι, alie, se < ἁλιέ-ως > ψαράς, alkuon, se < ἀλκυόν-ης > αλκυόνη, all, se < ἄλλ-ου > άλλος, allag, eg < ἀλλάσσω > αλλάζω, allahu < ἀλλαχοῦ > αλλού, alle ke < ἄλλως τε, allodap, se < ἀλλοδαπ-ός > ξένος, amaksostoihi, se < ἁμαξοστοιχί-α > τρένο, amart, eg < ἁμαρτ-άν-ω > αμαρτάνω, amehan, se < ἀμήχανος > αμήχανος, amehane < ἀμηχάνως <αμήχανα, amese > ἀμέσ-ως > αμέσως, amfi < ἀμφί > από τις δύο μεριές, amfisbete, eg < ἀμφισβητέ-ω > αμφισβητώ, amoibaiotet, se < ἀμοιβαιότητ-ος > αμοιβαιότητα, anabase, se < ἀναβάσε-ως > ανάβαση, anabio, eg < ἀναβιό-ω > αναβιώνω, anagno, eg < ἀνα-γι-γνώ-σκ-ω > διαβάζω, anahore, eg < ἀναχωρέ-ω > αναχωρώ. anakt, se < ἄναξ < ἄνακτ-ος > βασιλιάς.


analogid, eg < ἀναλογίζομαι > σκέφτομαι, analu, eg < ἀναλύω > αναλύω, anamen, eg < ἀνα-μέν-ω > περιμένω, anamfisbetet, se < ἀναμφισβήτητος, anangai, se < ἀναγκαῖ-ος > αναγκαίος, anangaiist, se < ἀναγκαιότατος, anantes, se < ἀνάντης > ανηφορικός, anapsuh, eg > ἀναψύχ-ω > διασκεδάζω, anaste, eg < ἀν-ί-στη-μι > σηκώνω, anastel, eg < ἀναστέλ-j-ω > αναστέλλω, anastol, se < ἀναστολή > αναστολή, anastref, eg > ἀναστρέφ-ω < αναστρέφω, anatase, se < άνάτασις < -εως > ανάταση, anatel, eg < ἀνατέλ-j-λω > ανατέλλω, anatol, se < ἀνατολή > ανατολή, anatref, eg < ἀνατρέφ-ω > ανατροφή, anatrep, eg > ἀνατρέπ-ω > ανατρέπω, anatrof, se < ἀνατροφή < ανατροφή, anaud, se < ἄναυδ-ος > άναυδος, andr, se < ἀνδρ-ός > άντρας, andragate, eg < ἀνδραγαθέ-ω, andrapod, se < ἀνδράποδ-ον > δούλος, androtule, se < ἀνδρόθηλυς > ερμαφρόδιτος, anek, eg < ἀνήκω > ανήκω, anekaten < ἀνέκαθεν > από πάντα, anendoiast, se < ἀνενδοίαστος, anendoiaste < ανενδοίαστα > ανενδοίαστα, anese, se < ἄνεση < ἀν-ί-η-μι > άνεση, anesuhe, eg < ἀνησυχέ-ω > ανησυχώ, aneu < ἄνευ > χωρίς, aneu amfiboli < χωρίς αμφιβολία.


angel, eg < ἀγγέλ-j-ω > αναγγέλλω, angel, se < ἄγγελος, πρέσβης, ania, eg < ἀνιά-ω > λυπώ, anke, anke u < ἄν καί > αν και, anoik eisbol, se < ανοίκεια εισβολή, anoikt suzetese, se < ανοιχτή συζήτηση, anoion, se < ἄνω + ion > ανώτερος, antapodo, eg < ἀνταπο-δί-δω-μι > ανταποδίδω, antapokrise, se, ἀνταπόκριση > ανταπόκριση, antes, se < ἄνθεσ-ος > λουλούδι, άνθος, anti < ἀντί, αντίθετα με, antibole, eg < ἀντιβολέ-ω > παρακαλώ, antitete < ἀντίθετος > απεναντίας, antrop, se < ἄνθρωπ-ος > άνθρωπος, apagoreu, eg < ἀπαγορεύω > απαγορεύω, apali, se < ἁπαλί-ας > κατσικάκι, aparnese, se < ἀπάρνησις > απάρνηση, apashole, eg < ἀπασχολέ-ω > απασχολώ, apeh < ἀπέχ-ω > απέχω, apeir, se < ἄπειρος > άπειρος, aperh, eg < ἀπέρχ-ομαι > φεύγω, api, se, < ἄπιον > αχλάδι, apiste, eg < ἀπιστέ-ω > είμαι άπιστος, aplesti, se < ἀπληστία > απληστία, aplo, se < ἁπλό-ου > απλός, apo < ἀπό > από, κίνηση από, apobain, eg < ἀποβαίνω > αποβαίνω, γίνομαι, apodo, eg < ἀπο-δί-δω-μι > αποδίδω, επιστρέφω, apodra, eg < ἀποδρά-ω > αποδρώ, apofer, eg < ἀποφέρω > αποφέρω, apoferken, eg < είχα αποφέρει.


apofeug, eg > ἀποφεύγ-ω > αποφεύγω, apokaluptor, eg < ἀποκαλύπτομαι, apokorufomat, se < ἀποκορύφωμα, apokrin, eg < ἀποκρίν-ομαι > απαντώ, apokta, eg < ἀπο-κτά-ω > αποκτώ, apolau, eg < ἀπολαύω > απολαμβάνω, apollu, eg < ἀπόλλυμι > καταστρέφω, apologe, eg < ἀπολογέ-ομαι > απολογούμαι, apolu, eg < ἀπολύω > απολύω, apolut, se < ἀπόλυτος > απόλυτος, apolute < απόλυτα, aponoste, eg < ἀπονοστέ-ω > επιστρέφω, apople, eg < ἀποπλέ-ω > αποπλέω, apopleka, eg < ἀποπέπλευκα > ἐχω αποπλεύσει, apopsefid, eg <ἀποψηφίζομαι > αθωώνω, apore, eg < ἀπορέ-ω > απορώ, apospa, eg < ἀποσπάω > αποσπώ, apotele, eg < ἀποτελέ-ω < αποτελώ, apotem, eg < ἀποτέμ-ν-ω > κόβω, apotemsa, eg < ἀπέτεμον > έκοψα, apotrep, eg < ἀποτρἐπ-ω > αποτρέπω, apotropai, se > ἀποτρόπαι-ος, apotuh, eg < ἀπο-τυ-γ-χ-άν-ω, apousi, se > ἀπουσί-α > απουσία, aproseksi, se < ἀπροσεξί-α > απροσεξία, apsuh, se < ἄψυχος > άψυχος, ara, ara u < ἄρα > λοιπόν, aret, se < ἀρετή > αρετή, arguramoib, se < ἀργυραμοιβός, arguri, se < ἀργύριον > χρήματα, arh, eg < ἄρχω, αρχίζω, arhai, se < ἀρχαῖ-ος > αρχαίος, arhid, eg < ἀρχ-ῆς > αρχίζω.


Aristagoras, se < Ἀρισταγόρας Αρισταγόρας, Aristoteles, se < Ἀριστοτέλης < Ἀριστοτέλεσ-ος. aritm, se < ἀριθμ-ός > αριθμός, armog, eg < ἁρμόττω > εφαρμόζω, arog, se < ἀρωγή > βοήθεια, arpag, se < ἅρπαγ-ος > άρπαγας, arubal, se < ἀρύβαλλος, ὁ > κουβάς, arutain, se < ἀρύταιν-α > κουτάλα, as < ἄς, μόριο προτρεπτικό, ας, asfalei, se < ἀσφάλεια > ασφάλεια, Asia, se < Ἀσία > Ασία, askese, se <ἀσκήσε-ως > άσκηση, asketism, se < ἀσκητισμός > ασκητισμός, astafid, se < ἀσταφίδ-ος > σταφίδα, astenes, se < ἀσθενής > ασθενής, Atena, se < Ἀθήνα, Ἀθηνᾶ > Αθήνα, atenai, se < Ἀθηναί-ος > Αθηναίος, atimi, se, < ἀτιμία > στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, atimo, eg < ἀτιμό-ω > στερώ τα πολιτικά δικαιώματα, atuhei, se < ἀτυχία > ατυχία, atuhemat, se < ἀτύχημα, -ατος > ατύχημα, aturmat, se < ἀθύρματ-ος > παιχνίδι, au < αὖ > πάλι, auhemat, se < αὐχήματ-ος > καύχημα, auks, eg < αὐξάνω > αυξάνω, aul, se < αὐλή > αυλή, aurion < αὔριον, metaurion, htes, prohtes> αύριο, autis < αὖθις> πάλι, autokinet, se < αὐτοκίνητον > αυτοκίνητο, autokrator, se < αὐτοκράτωρ > αυτοκράτορας, autonom, se < αὐτόνομ-ος > αυτόνομος.


Β


bakteri, se < βακτηρία > μπαστούνι, bal < βάλj-ω > βάλλω, ρίχνω, balanei, se < βαλανεῖον > λουτρό, balbid, se < βαλβίδ-α, ballanti, se < βαλλάντιον > πορτοφόλι, basile, se < βασιλεύς < βασιλέ-ως > βασιλιάς, basilei, se < βασιλεί-α > βασιλεία, batal, se < βάταλος > τραυλός, batmid, se < βαθμίδ-ος > σκαλοπάτι, batr, se < βάθρ-ον, bebai < βέβαι-ος, bebaio, eg < βεβαιό-ω > βεβαιώνω, beh, se < βήξ, βηχός > βήχας, beles, se < βέλεσ-ος > βέλος, belon, se < βελόν-η > βελόνα, bembik, se < βέμβικ-ος > σβούρα, bi, se < βί-ος > ζωή, bibaz, eg < βιβάζω, bibli, se < βιβλίον > βιβλίο, bibliopol, se < βιβλιοπώλ-ης > βιβλιοπώλης, blak, se < βλάξ > βλάκας, blasfemi, se < βλασφημία > βρισιά, βλασφημία, blosur, se < βλοσυρός, Boiotia, se < Βοιωτία, bombuk, se < βόμβυκ-ος > μεταξοσκώληκας, bostruh, se < βόστρυχος > πλεξούδα, boukol, se < βουκόλ-ος > βοσκός, boul, eg < βούλ-ομαι > θέλω, bouleu, eg < βουλεύ-ομαι > σκέφτομαι, brabei, se < βραβεῖ-ον > βραβείο, bradun < βραδύν-ω > καθυστερώ breh, eg < βρέχ-ω, bro, eg < βι-βρώ-σκ-ω > τρώω, bromat, se < βρῶμα < βρώματ-ος > τροφή, bubl, se < ἡ βύβλ-ος > βιβλίο, το.


D


daemon, se < δαήμον-ος > έμπειρος, dak, eg < δάκνω > δαγκώνω, dakru, se > δάκρυ, dapaner, se < δαπανηρ-ός > ακριβός, dasm, se < δασμός, de, hon < δεῖ > πρέπει, deba, hon < ἔδει > έπρεπε, dekembri, se < Δεκέμβρι-ος, deh, eg < δέχ-ομαι > δέχομαι, deigmat, se < δείγματ-ος > παράδειγμα, deik, eg < δείκ-νυ-μι > δείχνω, dein, se <δειν-ός > φοβερός, deka < δέκα, deka duo < δώδεκα, deka en < ἕνδεκα > έντεκα, deka tres < δέκα τρεῖς, del, se < δῆλος > φανερός, deleat, se > δέλεαρ, δόλωμα, delemat, se < δηλητήριο, delo, eg < δηλό-ω > δηλώνω, delt, se < δέλτος > τετράδιο, dem, se < δήμ-ου > λαός, Demetra, se < Δημήτηρ < Δήμητρ-ος> Δήμητρα, demosi, se < δημόσιος, demosie < δημόσια.


demosiograf, se < δημοσιογράφ-ος, desmoter, se < δεσμωτήρ-ιον, hon deso < δεήσει > θα πρέπει, despoin, se < δέσποινα, κυρία, despot, se < δεσπότης > κύριος, αφέντης, deuterolept, se < δευτερόλεπτον, dia < διά > διά μέσου, diabateri, se < διαβατήρι-ον, diabebaio, eg < διαβεβαιό-ω, diafteir, eg < διαφθείρ-ω, diagonid, eg < διαγωνιδ-j-ω > διαγωνίζομαι, diakomid, eg < διακομίδ-j-ω > μεταφέρω, diakrin, eg < διακρίν-ω, dialegor, eg < διαλέγ-ομαι, dialogid, eg < διαλογιδ-j-ομαι > σκέφτομαι, diaporeu, eg < διαπορεὐ-ομαι > προχωρώ, diaspa, eg < διασπάω, diasuror, eg < διασύρομαι, diateor, eg < δια-τί- θε-μαι, diatese, se < διαθέσε-ως > διάθεση, diatreh, eg < διατρέχω.


didaskal, se < διδάσκαλος, ὁ > δάσκαλος, didaskala, se < διδάσκαλος, ἡ > δασκάλα, dieukrinise, se < διευκρινίσε-ως > διευκρίνιση, dieutete, eg < διευθετέ-ω > τακτοποιώ, difter, se < διφθέρ-α > δερμάτινο φόρεμα, dik, se < δίκη, dikell, se < δικέλλα > τσάπα, diktu, se < δίκτυ-ον, dioti, dioti u < διότι, diplasiaz, eg < διπλασιάζω, dipse, eg < διψή-ω > διψώ, dipse, eg mega < διψώ πολύ, diskotek, se < δισκοτέκ, do, eg < δί-δω-μι > δίνω do, eg dik < δίκην δίδωμι > τιμωρούμαι, dogmat, se < δόγμα, doi, eg < δέδοικα > φοβάμαι, doke, eg < δοκέ-ω > νομίζω, μου φαίνεται, dokimaz, eg < δοκιμάζ-ω, doksazor, eg < δοξάζομαι, domat, se < δώματ-ος > ταράτσα, δωμάτιο, donaki, se < δονάκι-ον > καλαμάκι, door, eg < δίνομαι, dor, se < τὸ δῶρον > δώρο, dorat, se < δόρυ < δόρατ-ος > ακόντιο, dorean < δωρεάν, dores, se < δῶρα, τὰ, dra, eg < δρά-ω > δρω, drahm, se < δραχμ-ή > δραχμή, dram, eg < ἔδραμον > τρέχω, drufrakt, se < δρύφρακτ-ον > κάγκελο, drum, se < δρυμ-ός > δάσος από δρυς, duna, eg < δύνα-μαι, duname, se < δύναμη, duo < δύο, duodeka > εἴκοσι > είκοσι, dusfori, se < δυσ + φέρω > δυσφορία, duskoleuor, eg < δυσκολεύ-ομαι, dusmorfi, se < δυσμορφί-α > ασχήμια.


E


ea, eg <ἐά-ω > αφήνω, ear, se < ἔαρ-ος > άνοιξη, ed, eg < ἥδ-ομαι > ευχαριστιέμαι, ede, se < ἡδύς < ἡδέ-ος > γλυκός, edo < ἐδῶ, apo edo, pros edo > εδώ, edr, se < ἕδρα > έδρα, θέση, edraio, eg < ἑδραιό-ω > εδραιώνω, een < ἤν > να, ιδού, μόριο, efemerid, se < ἐφημερίς, -ίδος > εφημερίδα, efod, se < ἔφοδος > έφοδος, eg ag se bi < ζω, eg eh agatiste < ἔχω ἄριστα > είμαι πολύ καλά, eg gela gelot te tu < γελώ εις βάρος σου, ege, eg < ἡγέ-ομαι > οδηγώ, egeir, eg < ἐγείρ-ω > σηκώνω, egklemat, se < ἐγκλήματ-ος > κατηγορία, ego, nos, hes > εγώ, εμείς, αυτοί, egoun < ἤγουν > δηλαδή, eh, eg < ἔχω > έχω, έχεις, έχει, έχουμε κ.ά., ehe, eg < ἠχέω > ηχώ, ehin, se < ἐχῖνος> σκαντζόχοιρος, eht, se < ἔχθος > μίσος, ehtr, se < ἐχθρός > εχθρός, ei, eite … eite < ἤ, εἴτε…εἴτε > ή, είτε, eidese, se < εἴδησις -εως > είδηση, eien < εἶεν > καλά, μόριο, eigar < εἰ γάρ > μακάρι, eikot es, hon < εἰκός ἐστι > είναι φυσικό, eikote < εἰκότως > εύλογα, eilikrines, se < εἰλικρινής < -έσος > ειλικρινής, eion se < ἠιών, ἡ > παραλία, eirg, eg < εἴργω > κλείνω έξω, eis < εἰς > σε, κίνηση προς, eis antilogi erh < αντιπαρατίθεμαι, eis se deipn eg kale < καλώ σε δείπνο, eis se kair tu ek < εἰς καιρόν ἥκεις > πάνω στην ώρα, eis se oik < εἰς τὸν οἶκον > στην πατρίδα.


eisangeli, se < εἰσαγγελία > μήνυση, eisi, eg < εἰσέρχ-ομαι > μπαίνω, eisiteri, se < εἰσιτήρι-ον > εισιτήριο, ek < ἐκ > από, προέλευση, ύλη, ekairet, se < ἐξαίρετ-ος > εξαιρετικός, ekandrapodid, eg < ἐξανδραποδίζω > κάνω δούλο, ekantle, eg < ἐξαντλέω > εξαντλώ, ekarta, eg < ἐξαρτά-ω > εξαρτώμαι, ekas < ἑκάς > μακριά, ekast, se < ἕκαστος > καθένας, ekaton < ἑκατόν > εκατό, ekei, istike, illike > εκεῖ, ekes te me < ἔξεστι μοι > μου επιτρέπεται, ekfraz, eg < ἐκφράζ-ω > εκφράζω, ekfron, se < ἔκφρων < ἔκφρον-ος > παράφρων, ekleg, eg < ἐκλέγω > εκλέγω, eklekt, se < ἐκλεκτός > εκλεκτός, eklog, se < ἐκλογ-ή> εκλογή, ekmisto, eg < ἐκμισθό-ω > νοικιάζω, ekomid, se < ἐξωμίς > ρούχο ανδρικό χωρίς μανίκια, ekont, se < ἑκόντ-ος > εκούσιος, ekpes, eg < ἐκπίπτω < ἔ-πεσ-ον > εξορίζομαι, ekpodon < ἐκποδών > μακριά, eks < ἕξ > έξι, ekarse ke eublabei, se < έξαρση και ευλάβεια, ekege, eg < ἐξηγώ <ἐξηγέ-ω > εξηγώ, ekupn, se < ἔξυπνος > έξυπνος, ektima, eg < ἐκτιμά-ω > εκτιμώ, ektimese, se < ἐκτιμήσε-ως > εκτίμηση, ektin, eg < ἐκτίν-ω < ξεπληρώνω, elafr, se < ἐλαφρός > ελαφρύς, elai, se < ἐλαία > ελιά, elakat, se < ἠλακάτη > ρόκα, elat, se < ἐλάτη > έλατο, elatton, eg < ἐλαττών-ω, elaun, eg < ἐλαύνω > διώκω, eleuter, se < ἐλεύθερος > ελεύθερος, eleutere < ἐλεύθερα.


eliki, se < ἡλικί-α > ηλικία, eliotere, eg < ἡλιοθερέ-ω > κάνω ηλιοθεραπεία, elk, se < ἕλκος > πληγ-ή, elkesipepl, se < ἑλκεσίπεπλος > με μακρύ ένδυμα, ellenik, se < ἑλληνικ-οῦ > ελληνικός, ellogim, se < ἐλλόγιμ-ος > αξιόλογος, elpid, eg < ἐλπίδ-j-ω > ελπίζω, elutr, se < ἔλυτρον > θήκη, embades, se < ἐμβάδες > παντόφλες, eme, eg < ἐμέ-ω > κάνω εμετό, emer, se < ἡμέρα > μέρα, emetero, -a, -on < δικός μας, δική μας, emite, se < ἡμίθε-ος > ημίθεος, en < ἕν > ένα, endei, se < ἔνδεια> φτώχια, ene < ένας, μία, ένα, eneka < ἕνεκα > εξαιτίας, eneka toton < γι' αυτό, enfanes, se > ἐμφανής < -έσος > εμφανής, enfut, se < ἔμφυτος > έμφυτος, engonos, se < ἔγγονος, engua, eg < ἐγγυά-ω > παρέχω εγγύηση, eniaut, se < ἐνιαυτός > έτος, enik, se < en + ik > πρώτ-ος, enkomiaz, eg < ἐγκωμιάζω, enmon, se > ἔμμον-ος > έμμονος, ennea < ἐννέα > εννιά, eno < ἐν ᾧ > ενώ, enoptr, se < ἔνοπτρον > καθρέπτης, enose, se < ἕνωσις < -εως > ένωση, enpedo, eg < ἐμπεδό-ω > στερεώνω, enpistosun, se < ἐμπιστοσύνη, enpor, se > ἔμπορος, enporeu, eg > ἐμπορεύ-ομαι, enpori, se < ἐμπόρι-ον, enpre, eg < ἐμ-πί-μ-πρη-μι > πυρπολώ, entade < ἐνθάδε, apo entade, pros entade > εδώ, entarrun, eg < ἐνθαρρύν-ω, entup, se < έντυπον, eol, se < ἕωλ-ος > μπαγιάτικος.


eort, se < ἑορτή > γιορτή, eortik, se < ἑορτή + ik > γιορταστικός, eos < ἕως > μέχρι, ep, eg < ἕπ-ομαι> ακολουθώ, epangel, eg < ἐπαγγέλλομαι > υπόσχομαι, epaine, eg < ἐπαινέ-ω, epanag, eg < ἐπανάγω > επαναφέρω, epat, se < ἧπαρ < ἥπατ-ος > συκώτι, epeig, eg < ἐπείγ-ω, ἐπείγ-ομαι > βιάζομαι, epereaz, eg < ἐπηρεάζ-ω, eperota, eg <ἐπερωτά-ω > επερωτώ, epi < ἐπί > πάνω σε, epi makr aiones < ἐπί αἰῶνας μακρούς, epial, se < ἠπίαλ-ος > πυρετός, epibain, eg < ἐπιβαίν-ω > επιβαίνω, epiboa, eg < ἐπιβοά-ομαι > φωνάζω, epiboul, eg < ἐπιβουλεύω > σχεδιάζω να βλάψω, epideik, eg < ἐπιδείκνυμι > επιδεικνύω, epignose, se < ἐπίγνωσις > επίγνωση, epigrup, se < ἐπίγρυπ-ος > καμπουρο-μύτης, epiheire, eg < ἐπιχειρέ-ω > επιχειρώ, epikour, se < ἐπίκουρος, epimahi, se < ἐπιμαχία > αμυντική συμμαχία, epimele, eg > ἐπιμελέ-ομαι > επιμελούμαι, epimeles, se < ἐπιμελέσ-ος > επιμελής, epimelet, se > ἐπιμελητ-ής, epimen, eg < ἐπιμένω, epimuti, se > ἐπιμύθι-ον, epinoe, eg < ἐπινοέ-ω > εφευρίσκω, epinoe, eg < ἐπινοέ-ω > εφευρίσκω, epiorke, eg < ἐπιορκέ-ω > παραβαίνω όρκο, epipan < ἐπίπαν > συνολικά, epipes, eg < ἐπιπίπτω, ἐπ-έ-πεσ-ον, epiples, se < ἔπιπλα > έπιπλα, epipol, se < ἐπιπολή > επιφάνεια, epipolai, se < ἐπιπόλαι-ος, epirip, eg < ἐπι-ρ-ρίπ-τ-ω, episagmat, se < ἐπίσαγμα > σαμάρι, epises < ἐπίσης, episitise, se, < ἐπισιτίσε-ως, επισίτιση, episkept, se < ἐπι-σκοπέω > επισκέπτης, episkeuaz, eg < ἐπισκευάζ-ω, episkop, se < ἐπίσκοπος, epista, eg < ἐπίστα-μαι > γνωρίζω καλά, epistem, se < ἐπιστήμ-η, epistemonik katakteses < επιστημονικές κατακτήσεις.


epitagmat, se < ἐπίταγμα > διαταγή, epite, eg < ἐπιτίθεμαι, epitedei, se < ἐπιτἠδειος, απαραίτητος, epitek, se < ἔπιτεξ > ετοιμόγεννη, epitese, se < ἐπίθεσις > επίθεση, epitima, eg < ἐπιτιμά-ω > κατακρίνω, epitrep, eg < ἐπιτρέπω, epitript, se <ἐπίτριπτος > κάθαρμα, epizete, eg < ἐπιζητέ-ω > επιζητώ, epod, se < ἐπωδός > ρεφραίν, epomen, se < ἑπόμενος, epomene < ἑπομένως, epop, se < ἔποψ > τσαλαπετεινός, eps, eg < ἔψω > ψήνω, epset, se < ἐψητ-ός> ψητός, epta < ἑπτά > επτά, Era, se < Ἥρα, eret, se < ἐρέτ-ης > κωπηλάτης, ereta, se < ἐρέτ-ης > κωπηλάτισσα, erg, se < ἔργον > έργο, ergasteri, se < ἐργαστήρι-ον, ergat, se < ἐργάτ-ης, ergata, se < ἐργάτρια, ergaz, eg < εργάζ-ομαι, erh, eg < ἔρχ-ομαι, erif, se < ἔριφος > κατσίκα, erine, se < ἐρινε-ός > αγριοσυκιά, erist, se < ἐριστής > καυγατζής, erk, se < ἕρκ-ος > περίφραξη, Ermes, se < Ἑρμέ-ας > Ερμής, erot, se < ἔρως < ἔρωτ-ος < έρωτας, erota, eg < ἐρωτά-ω, erotik enpeiries < σεξουαλικές εμπειρίες, erotik fasmat, se < ἐρωτικόν φάσμα, erotik stoihei, se < ἐρωτικόν στοιχείο, erumn, se < ἐρυμν-ός > οχυρωμένος, es, eg < ἐσμέν > είμαι, είσαι, είναι, είμαστε κ.ά., estia, eg < ἑστιά-ω > φιλοξενώ, τραπεζώνω, estiatori, se < ἑστιατόριο > εστιατόριο. esuh, se < ἥσυχ-ος, etair, se < ἑταῖρ-ος > σύντροφος, etaira, se < ἑταίρ-α > φίλη, πόρνη, ete, se < ἐτεός > αληθινός, eter, se < ἕτερ-ος > άλλος, eti <ἔτι > ακόμη, etid, eg < ἐθίζω, etnes, se < ἔτνος < ἔτνεσ-ος > σούπα, etnik, se < ἐθνικ-ός, eu < εὖ > καλά, eu akou, eg < εὖ ἀκούω > επαινούμαι, eu leg, eg < εὖ λέγω > μιλώ καλά, eu poie, eg < εὖ ποιέ-ω > ευεργετώ, euaistesi, se < εὐαισθησία, euboik karu, se < εὐβοϊκόν κάρυον > κάστανο, eude, eg < εὕδω > κοιμάμαι, eudokime, eg < εὐδοκιμέ-ω > πετυχαίνω, euerget, se < εὐεργέτης, euergetik, se < εὐεργετικός, euergetike < ευεργετικά, eufeme, eg < εὐφημέ-ω > μιλώ καλά, euge! > επιφώνημα επιβράβευσης > μπράβο, euharist, eg < εὐχαριστώ, eul, se < εὐλή > σκουλήκι, eulal, se < εὔλαλ-ος > καλλίφωνος, eumenes, se < εὐμενής > ευνοϊκός, euno, se > εὔνους > ευνοϊκός, eunoe, eg < εὐνοέ-ω > ευνοώ, eunoi, se < εὔνοια, euofru, se < εὔοφρυς > με ωραία φρύδια, euop, se < εὐώψ > με ωραία μάτια, euprepei, se < εὐπρέπεια, eur, eg < εὑρίσκω > βρίσκω, eurin, se < εὔρινος> με ωραία μύτη, europaik, se < εὐρωπαϊκ-ός, eutaksi, se < εὐταξία < πειθαρχία, eutehemat, se < εὐτύχημα, τὸ, eutehi, se < εὐτυχία, eutrepid, eg < εὐτρεπίζω > διορθώνω, eutus < εὐθύς, αμέσως, eκaptor, eg < ἐξάπτομαι, enfuli, se < ἐμφύλι-ος > εμφύλιος


F


fagr, se < φάγρος > φαγκρί, fai, se < φαι-ός > σκούρος, faidr, se < φαιδρ-ός > γελαστός, fainor, eg < φαίνομαι, fak, se < φακ-ή, fanatik, se < φανατικός, faner, se < φανερ-ός, farkid, se < φαρκίς, -ίδος > ρυτίδα, Farnabazos, se < Φαρνάβαζος, fasel, se < φάσηλ-ος > φασόλι, fasgan, se < φάσγαν-ον > μαχαίρι, σπαθί, fatn, se < φάτνη, faul, se < φαῦλος, fe, eg < φημί > λέγω, ισχυρίζομαι, feba, eg < ἔφην > έλεγα, feid, eg < φείδομαι > οικονομώ, fem, se < φήμη, fer, eg < φέρ-ω > φέρνω, ferba, eg > ἔφερον, παρατατικός, ferbin, eg > ἔφερον διαρκῶς, ferin, eg > φέρ-ω διαρκῶς, ferka, eg > έχω φέρει, ferken, eg > είχα φέρει, ferko, eg > θα έχω φέρει, fern, se < φερνή < προίκα, feror, eg > φέρ-ομαι, fersa, eg < ἔφερα, fersin, eg > θα φέρω διαρκῶς, ferso, eg > θα φέρω, μέλλοντας, ferul, eg < φέρ-ομαι (μέσο), feug, eg < φεύγ-ω, fil, se < φίλ-ος, fila, se < φίλ-η, Filippos, se < Φίλιππ-ος, filofron, se < φιλόφρων, -ονος, filoksene, eg < φιλοξενέ-ω, filokseni, se < φιλοξενία, filosofe, eg < φιλοσοφέ-ω, filotet, se < φιλότης < -ητος, filotim, se < φιλότιμ-ος, filotimi, se < φιλοτιμί-α, filtr, se < φίλτρ-ον.


filur, se < φιλύρ-α > φλαμούρι, flegor, eg < φλέγομαι, flenaf, se < φλήναφ-ος > φλύαρος, flog, se < φλόξ < φλογ-ός, fluar, se < φλύαρ-ος, fobe, eg < φοβέ-ω > φοβίζω, fober, se < φοβερ-ός, Fokee, se < Φωκέας, for, se < φωρ > κλέφτης, fotismen, se < φωτισμένος < πεφώτισμαι, fraz, eg < φράζω, λέγω, frazso, eg < φράσω (μέλλ.), freat, se < φρέατ-ος > πηγάδι, frugan, se < φρύγαν-ον > ξερόξυλο, fruktore, eg < φρυκτωρέ-ω < δίνω σήμα με πυρσό, ftan, eg < φθάν-ω, fteir, se < φθείρ, -ός > ψείρα, ftin, eg < φθίν-ω > μαραίνομαι, fu, eg < φύ-ω > γεννώ, παράγω, fukes, se < φῦκος, τὸ > φύκι, fuli, se < φυλί-α > κότινος, αγριελιά, fuse, se < φύσις < φύσεως, fusike < φυσικά < φυσικ-ός, fusk, se < φύσκη, ἡ > σουτζούκι.


G


gai, se < γαία > γη, gale, se < γαλῆ, ἡ > γάτα, Gallia, se < Γαλλία, gar, gar u > διότι, ge < γε > βέβαια, μόριο, gegonot, se < γεγονότ-ος > γεγονός, gela, eg < γελά-ω, geloi, se < γελοῖ-ος, gen, eg < γι-γέν-ομαι > γίνομαι, gennai, se < γενναί-ου > γενναίος, geografi, se < γεωγραφία, geografik, se < γεωγραφικός, geras, se < γέρας, τὸ > βραβείο, germanik, se < γερμανικ-ός, gigart, se < γίγαρτον > κουκούτσι, glam, se < γλάμ-η > τσίμπλα, glishr, se < γλίσχρος > τσιγκούνης, gloss, se < γλῶσσα, glossik, se < γλωσσικ-ός, glufan, se < γλύφανον > σμίλη, gluk, se < γλυκός, gnesiotet, se < γνησιότητ-ος, γνησιότης, gno, eg < γι-γνώ-σκω > γνωρίζω, gnose, se < γνῶσις < γνώσε-ως, goet, se < γόητ-ος > απατεώνας, gonat, se < γόνατ-ος > γόνατο, gonees, se < γονέ-ων > γονείς, gongul, se < γογγύλη, ἡ > λάχανο, goni, se < γωνία, graf, eg < γράφ-ω > γράφω, grafe, se < γραφή > μήνυση, grafmat, se < γράφ-ω + mat > γράμμα, grafor, eg < graf + or > γράφομαι, grafor, eg > καταγγέλλω στο δικαστήριο, grammatik, se < γραμματική, gumnasi, se < γυμνάσιον, gunaik, se < ἡ γυνή > γυναίκα, gunaikes, se < αἱ γυναῖκες.


H


hair, eg < χαίρ-ω, halepain, eg < χαλεπαίν-ω > αγανακτώ, halkee, se < χαλκεύς, -έως > σιδεράς, hamel, se < χαμηλ-ός, Hannibal, se < Ηannibal > Ανίββας, har, se < χαρ-ά, harakterid, eg < χαρακτηρίζω, harakteristik, se < χαρακτηριστικός, harient, se < χαρίεις, -εντος > χαριτωμένος, he, ha, hon > αυτός, -ή, -ό, heimon, se < χειμῶν-ος > χειμώνας, heirid, se < χειρίς, -ίδος > μανίκι, hel, se < χηλ-ός < μπαούλο, heragr, se < χεράγρα > αρθρίτιδα χεριού, hes, has, had > αυτοί, -ές, -ά, hion, se < χιών, -όνος > χιόνι, hiton, se < χιτών > χιτώνας, hlor, se < χλωρός > φρέσκος, homat, se < χώματ-ος > χώμα, hon de < δεῖ > πρέπει, hon ekes < επιτρέπεται, hon es ara < είναι άραγε, hon hre < χρή > πρέπει, hon pares < είναι παρόν, hor, se < χώρα, χορός, χῶρος, horeu, eg < χορεύ-ω, hre, eg < χρή-ομαι < χρησιμοποιώ, hron, se < χρόνος, hronik, se < χρόν + ik > χρονικός, hrot, se < χρώς < χρωτ-ός > δέρμα, hrot, se < χρωτ-ός > δέρμα, htes < χθές, prohtes, aurion, metaurion > χθές, htiz, se < χθιζός > χτεσινός, huden < χύδην > χύμα, hutr, se < χύτρα.


I


i, eg < εἶμι > πηγαίνω, Iason, se < Ἰάσον-ος > Ιάσονας, idi, se < ἴδιος, idiotik, se < ἰδιωτικός, idri, se < ἴδρις, ἴδρι-ος > έμπειρος, idrot, se < ἱδρῶτ-ος > ιδρώτας, ier, se < ἱερός, igdi, se < ἰγδίον > γουδί, ik, eg < ἱκ-νέ-ομαι > φθάνω, ikane < < ἱκαν- ῶς > αρκετά, ikanopoiese, se < ἱκανοποίησις < -εως, iks, se < ἰξ-ός > κόλλα, iktid, se < ἴκτις , -ιδος > κουνάβι, ilar, se < ἱλαρός, ile, se < ἵλε-ως > εύσπλαχνος, iling, se < ἴλιγγ-ος, ilingia, eg < ἰλιγγιά-ω > ζαλίζομαι, illo, -a, -on < ille > εκείνος, imati, se < ἱμάτι-ον > ένδυμα, imer, se < ἴμερ-ος > επιθυμία, λαχτάρα, in < in > σε, μέσα σε, στάση, in deka emeres < σε δέκα ημέρες, in ektase > σε έκταση, in Nikaia of Attik < Εν Νικαία Αττικής, in se ises nos es < είμαστε πάτσι, in se oik > στο σπίτι, στην πατρίδα, in semasi > σε σημασία, ina ton < ἵνα τί > γιατί, ina, ina u < ἵνα > για να, inter < inter > ανάμεσα σε, ioo! , iuu > επιφωνήματα θαυμασμού, χαράς, ip, se < ἶπος > φάκα, ipp, se < ἵππος > άλογο, ippazoul, eg < ἱππάζομαι > κάνω ιππασία, ippe, se < ἵππέ-ως > ιππέας, ippokom, se < ἱπποκόμος, ippotrofe, eg < ἱπποτροφέ-ω, ishad, se < ἰσχάς, -άδος > ξερό σύκο, isto, -a, -on < iste > εκείνος, istori, se < ιστορία, istorik, se < ἱστορικός, itri, se < ἴτρι-ον > παστέλι, itu, se < ιθύς , -ύος > ευθύς.



ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ Νεοϊνδοευρωπαϊκή Μάθημα 14 Συνέχεια