Συγκριτική διδασκαλία των κλασικών γλωσσών Μάθημα 2

Από Βικιεπιστήμιο
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ ΜΑΘΗΜΑ 2


(Με βάση το σχετικό δικό μας βιβλίο (των Ιωαννίδη Κ. & Ιωαννίδου Αικ.) του 2007)



ΜΑΘΗΜΑ 2. Γραμματική και συντακτική ανάλυση περιόδου.


(Πρέπει να γίνουν, κατά καιρούς, επανειλημμένες αναγνώσεις των δύο πρώτων μαθημάτων.)



2.1.1. Γραμματική ανάλυση πρότασης - μέρη του λόγου.


Κάθε προσπάθεια ανάλυσης αρχαίου κειμένου, ελληνικού ή λατινικού, και μετάφρασής του, πρέπει να ξεκινάει από την περίοδο. Χωρίζουμε δηλαδή το κείμενο πρώτα σε περιόδους και στη συνέχεια κάθε περίοδο στις προτάσεις της. Κάθε πρόταση αναλύεται στους όρους της, κύριους και δευτερεύοντες. Η διαδικασία αυτή στα πρώτα μαθήματα πρέπει να είναι αναλυτική, δηλαδή να αναλύονται, στο βαθμό που είναι δυνατό, όλες οι λέξεις της πρότασης. Αργότερα, όταν αποκτηθεί κάποια εμπειρία, η διαδικασία μπορεί να γίνει συνθετική, δηλαδή να αναλύονται οι λέξεις που παρουσιάζουν προβλήματα και να παραλείπονται, στην ανάλυση, οι λέξεις των οποίων το νόημα και η λειτουργία στην πρόταση γίνονται εύκολα αντιληπτά.

Από γραμματική άποψη οι λέξεις μιας πρότασης μπορεί να ανήκουν σε δέκα διαφορετικές κατηγορίες, που ονομάζονται μέρη του λόγου και που είναι το άρθρο, το ουσιαστικό, το επίθετο, η αντωνυμία, το ρήμα, η μετοχή, το επίρρημα, η πρόθεση, ο σύνδεσμος και το επιφώνημα. Τα πρώτα έξι είναι κλιτά και τα επόμενα τέσσερα είναι άκλιτα. Στη λατινική τα μέρη του λόγου είναι εννιά, γιατί δεν υπάρχει το άρθρο. Τα κλιτά μέρη του λόγου και στις δύο γλώσσες έχουν τα παρεπόμενα που τα προσδιορίζουν με περισσότερη λεπτομέρεια και χωρίζονται σε παρεπόμενα ονομάτων και παρεπόμενα ρημάτων. Τα παρεπόμενα των ονομάτων είναι η πτώση, το γένος, ο αριθμός και η κλίση. Τα παρεπόμενα του ρήματος είναι η διάθεση, η φωνή, ο αριθμός, το [πρόσωπο]], η έγκλιση, ο χρόνος και η συζυγία. Όσο περισσότερα είναι τα παρεπόμενα που γνωρίζουμε για μια κλιτή λέξη, τόσο καλύτερη θα είναι και η γνώση μας για το νόημα και τη λειτουργία της λέξης μέσα στην πρόταση.

Από τις οκτώ πτώσεις που διέθετε η ινδοευρωπαϊκή1,2, δηλαδή την ονομαστική, τη γενική, τη δοτική, την αιτιατική, την κλητική, την αφαιρετική, την οργανική και την τοπική, η αρχαία ελληνική διατήρησε τις πέντε πρώτες και η λατινική τις έξι πρώτες. Υπολείμματα της οργανικής και τοπικής σώθηκαν σε επιρρηματικές εκφράσεις της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γλώσσας. Ως προς το γένος και η ελληνική και η λατινική διατήρησαν τα τρία γένη της ινδοευρωπαϊκής1,3, δηλαδή το αρσενικό, το θηλυκό και το ουδέτερο. Από τους τρεις αριθμούς της ινδοευρωπαϊκής1,2, τον ενικό, το δυϊκό και τον πληθυντικό, η αρχαία ελληνική διατήρησε και τους τρεις και η λατινική10, όπως και η νέα ελληνική, μόνο τους δύο, τον ενικό και τον πληθυντικό. Τις τρεις κλίσεις που πιθανότατα είχε η ινδοευρωπαϊκή4 τις διατήρησε η αρχαία ελληνική, ενώ η λατινική ανέπτυξε άλλες δύο, την τέταρτη11 και πέμπτη κλίση, από τους τριτόκλιτους τύπους.

Στα παρεπόμενα του ρήματος και οι δύο αρχαίες γλώσσες αύξησαν σε τέσσερις τις δύο διαθέσεις της ινδοευρωπαϊκής5,6, δηλαδή την ενεργητική και τη μέση ή παθητική, προσθέτοντας τη μέση και την ουδέτερη, διατήρησαν τις δύο φωνές5,7, την ενεργητική και τη μέση ή παθητική, όπως και η νέα ελληνική. Η διαφορά ανάμεσα στη διάθεση και τη φωνή είναι ότι η πρώτη δηλώνει τι κάνει ή τι παθαίνει το υποκείμενο, ενώ η δεύτερη, η φωνή, δηλώνει με ποιες καταλήξεις κλίνονται οι ρηματικοί τύποι. Από τους τρεις αριθμούς της ινδοευρωπαϊ-κής8,9, τον ενικό, το δυϊκό και τον πληθυντικό, η αρχαία ελληνική διατήρησε και τους τρεις και η λατινική, όπως και η νέα ελληνική, μόνο τους δύο, τον ενικό και τον πληθυντικό. Τα πρόσωπα και στις δύο γλώσσες είναι τρία, το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο, ενικό και πληθυντικό.

Οι εγκλίσεις στην αρχαία ελληνική είναι η οριστική, η υποτακτική, η ευκτική και η προστακτική. Η λατινική δεν έχει τύπους ευκτικής, αντί των οποίων χρησιμοποιεί τύπους της υποτακτικής. Με τύπους της υποτακτικής στη λατινική ή της οριστικής και ευκτικής στην αρχαία ελληνική σχηματίζεται και η δυνητική έγκλιση. Η αρχαία ελληνική διατήρησε τις δύο συζυγίες της ινδοευρωπαϊκής1,2, την πρώτη με ρήματα με κατάληξη -ω και τη δεύτερη με ρήματα με κατάληξη -μι, ενώ η λατινική ανέπτυξε την πρώτη συζυγία της ινδοευρωπαϊκής σε τέσσερις συζυγίες που διακρίνονται από την κατάληξη του απαρεμφάτου του ενεργητικού ενεστώτα (-a’re, -e’re, -ere, -i’re). Εκτός από τις εγκλίσεις υπάρχουν και οι ονοματικοί τύποι του ρήματος, το απαρέμφατο και η μετοχή στην αρχαία ελληνική, και το απαρέμφατο, η μετοχή, το σουπίνο, το γερούνδιο και το γερουνδιακό στη λατινική.

Οι χρόνοι του ρήματος της ελληνικής, που σίγουρα είναι περισσότεροι από τους χρόνους που διέθετε η ινδοευρωπαϊκή3,4, είναι ο ενεστώτας, ο παρατατικός, ο μέλλοντας, ο αόριστος, ο παρακείμενος, ο υπερσυντέλικος και ο συντελεσμένος μέλλοντας. Η λατινική δεν έχει τον αόριστο, στη θέση του χρησιμοποιεί τον παρακείμενο. Ο ενεστώτας γενικά δηλώνει παρόν και διάρκεια, ο παρατατικός παρελθόν και διάρκεια, ο μέλλοντας μέλλον και διαρκή ή στιγμιαία πράξη, ο αόριστος παρελθόν και στιγμιαία πράξη, ο παρακείμενος παρόν και συντελεσμένη πράξη, ο υπερσυντέλικος παρελθόν και συντελεσμένη πράξη και ο συντελεσμένος μέλλοντας μέλλον και συντελεσμένη πράξη. Στη λατινική ο παρακείμενος δηλώνει και παρελθόν και στιγμιαία πράξη, όπως ο αόριστος της ελληνικής.


Πίνακας χρόνων, εγκλίσεων και ονοματικών τύπων ελληνικής ενεργητικής φωνής


Χρόνοι Οριστική / Υποτακτική / Ευκτική / Προστακτική / Απαρέμφατο / Μετοχή


Ενεστώτας λύω / λύω / λύοιμι / λῦε / λύειν / λύων

Παρατατικός ἔλυον / - / - / - / - / -

Μέλλοντας λύσω / - / λύσοιμι / - / λύσειν / λύσων

Αόριστος ἔλυσα / λύσω / λύσαιμι / λῦσον / λῦσαι / λύσας

Παρακείμενος λέλυκα / λελύκω / λελύκοιμι / λελυκώς ἴσθι / λελυκέναι / λελυκώς

Υπερσυντέλικος ἐλελύκειν / - / - / - / - / -

Συντ. μέλλοντας λελυκώς ἔσομαι / - / λελυκώς ἐσοίμην / - / λελυκώς ἔσεσθαι / λελυκώς ἐσόμενος



Πίνακας χρόνων, εγκλίσεων και ονοματικών τύπων λατινικής ενεργητικής φωνής


Χρόνοι Οριστική / Υποτακτική / Προστακτική / Απαρέμφατο / Μετοχή

Ενεστώτας amo / amem / ama / ama’re / amans

Παρατατικός ama’bam / ama’rem / - / - / -

Μέλλοντας ama’bo / amatu’rus sim / ama’to / amatu’rum esse / amaturus

Παρακείμενος ama’vi / ama’verim / - / amavi’sse / -

Υπερσυντέλικος ama’veram / amavi’ssem / - / - / -

Συντ. μέλλοντας ama’vero / - / - / - / -


Στη λατινική ο ενεστώτας έχει επί πλέον τους ονοματικούς τύπους σουπίνο, γερούνδιο και γερουνδιακό. Στην παθητική φωνή απαρέμφατο έχει και ο συντελεσμένος μέλλοντας. Μετοχή έχει μόνο ο παρακείμενος. Ειδικότερες περιπτώσεις θα εξετασθούν μέσα στα κείμενα.



2.1.2. Συντακτική ανάλυση πρότασης - οι βασικοί όροι.


Από συντακτική άποψη οι όροι κάθε πρότασης μπορεί να είναι κύριοι, όπως το υποκείμενο και το κατηγόρημα, και δευτερεύοντες, όπως οι προσδιορισμοί. Για ευκολότερη κατανόηση της συντακτικής δομής των αρχαίων γλωσσών θα κατατάσσουμε, κατά τη συντακτική ανάλυση, τις λέξεις κάθε πρότασης σε δέκα κατηγορίες - βασικούς όρους, πέντε για τους κύριους όρους, δηλαδή το υποκείμενο, το ρήμα, το άμεσο αντικείμενο, το έμμεσο αντικείμενο και το κατηγορούμενο, και πέντε για τους προσδιορισμούς, δηλαδή, τον ονοματικό (με ουσιαστικό) προσδιορισμό, τον επιθετικό ή κατηγορηματικό προσδιορισμό, τον επιρρηματικό (με ουσιαστικό) προσδιορισμό, τον επιρρηματικό προσδιορισμό και τον εμπρόθετο προσδιορισμό.

Όταν αναλύουμε, για να το μεταφράσουμε, ένα κείμενο, αφού το χωρίσουμε σε περιόδους και τις περιόδους σε προτάσεις, θα βρίσκουμε τους κύριους όρους κάθε πρότασης, ή της μετοχής και του απαρεμφάτου που υπάρχει στην πρόταση, και οι απομένουσες λέξεις θα αποτελούν προσδιορισμούς. Αν μετά την εύρεση των κύριων όρων περισσεύει κάποιο ουσιαστικό αυτό θα είναι ονοματικός, ομοιόπτωτος ή ετερόπτωτος προσδιορισμός, αν προσδιορίζει άλλο όνομα, ή επιρρηματικός προσδιορισμός εκφερόμενος με ουσιαστικό, αν προσδιορίζει ρήμα. Αν περισσεύει επίθετο, αντωνυμία ή μετοχή θα είναι επιθετικός ή κατηγορηματικός προσδιορισμός. Αν περισσεύει επίρρημα θα είναι επιρρηματικός προσδιορισμός και αν περισσεύει πρόθεση με όνομα, θα είναι εμπρόθετος προσδιορισμός. Οι σύνδεσμοι και τα επιφωνήματα αναγνωρίζονται μόνο γραμματικά, ανάλογα πάντοτε με τη λειτουργία που επιτελούν στην πρόταση. Ειδικότερες περιπτώσεις θα εξετασθούν μέσα στα κείμενα.

Υποκείμενο μιας πρότασης είναι εκείνο το οποίο κάνει ή παθαίνει αυτό που λέει το ρήμα ή γενικά εκείνο για το οποίο γίνεται λόγος στην πρόταση. Και στις δύο γλώσσες, όπως και στη νέα ελληνική, ως υποκείμενα χρησιμοποιούνται ουσιαστικά (ὁ Θεός ἐστι δίκαιος), αντωνυμίες, ουσιαστικοποιημένα επίθετα (οἱ θνητοί εἰσιν ἐφήμεροι), μετοχές (οἱ φιλοσοφοῦντές εἰσιν τίμιοι), απαρέμφατα (τὸ μανθάνειν ἐστὶν ἡδύ) και προτάσεις κοντά σε απρόσωπα ρήματα (ὅ πάντες ἐθρύλουν γέγονε), εμπρόθετοι προσδιορισμοί (ἀπέθανον περὶ τοὺς χιλίους) κ.ά. Στη λατινική, λόγω της έλλειψης του άρθρου, σπάνια χρησιμοποιείται ως υποκείμενο επίθετο ή μετοχή. Η πτώση του υποκειμένου είναι η ονομαστική, όταν όμως το υποκείμενο είναι απαρεμφάτου και έχουμε ετεροπροσωπία μπαίνει σε αιτιατική. Όταν είναι υποκείμενο μετοχής μπαίνει σε πτώση ίδια με την πτώση της μετοχής.

Το κατηγορούμενο μπορεί να δηλώνει ιδιότητα του υποκειμένου ή του αντικειμένου του ρήματος, το οποίο σε αυτήν την περίπτωση λέγεται συνδετικό ρήμα. Γενικά ως κατηγορούμενα χρησιμοποιούνται οι ίδιοι όροι που χρησιμοποιούνται και ως υποκείμενα (Σόλων ἦν νομοθέτης, τὸ αἰσθάνεσθαι ἐπίστασθαί ἐστι). Συμφωνεί με το υποκείμενο σε γένος αριθμό και πτώση, αν είναι επίθετο (ἡ θυγάτηρ ἐστὶν ἀγαθή), ή τουλάχιστον σε πτώση, αν είναι ουσιαστικό (ὁ χρυσός ἐστι μέταλλον). Όταν είναι ουσιαστικό μπαίνει και σε πτώση γενική, οπότε λέγεται γενική κατηγορηματική (ἡ ἡγεμονία ἐστὶ τῶν πολιτῶν, Πρόξενος ἦν τριάκοντα ἐτῶν, ἡ οἰκία ἐστὶ ταλάντου).

Στη λατινική το κατηγορούμενο, που είναι ουσιαστικό, μπαίνει και σε πτώση δοτική, για να δηλώσει σκοπό, και σε αφαιρετική, για να δηλώσει ιδιότητα ή κατάσταση. Κοντά σε ρήματα κίνησης μπορεί να χρησιμοποιείται επίθετο ως επιρρηματικό κατηγορούμενο που δηλώνει τόπο, τρόπο, χρόνο, σκοπό, σειρά (ἐγὼ ἑόρακά σε ἄσμενος). Κοντά σε ρήματα που δηλώνουν εξέλιξη μπορεί να χρησιμοποιείται ουσιαστικό ή επίθετο ως προληπτικό κατηγορούμενο ή κατηγορούμενο του αποτελέσματος, που δηλώνει το αποτέλεσμα μιας ενέργειας που βρίσκεται σε εξέλιξη (μέγας ἐκ μικροῦ Φίλιππος ηὔξηται).

Το αντικείμενο είναι εκείνο που δέχεται την ενέργεια του υποκειμένου. Είναι άμεσο με τα μονόπτωτα ρήματα (σὺ τρέφεις κύνας, ἐπεμελοῦντο τῆς πόλεως, πλησίαζε τοῖς ἀγαθοῖς) και έμμεσο με τα δίπτωτα ρήματα (ἀποστερεῖ ἡμᾶς τὸν μισθόν, ἔπαυσαν τὸν Τιμόθεον τῆς στρατηγίας, φέρω πέπλον σοι, κοινωνῶ μηδενὸς τούτου). Γενικά ως αντικείμενα χρησιμοποιούνται οι ίδιοι περίπου όροι που χρησιμοποιούνται και ως υποκείμενα. Για να ξεχωρίσουμε ποιο από τα δύο αντικείμενα ενός δίπτωτου ρήματος είναι το άμεσο, μετατρέπουμε τη σύνταξη σε παθητική, οπότε το άμεσο αντικείμενο γίνεται υποκείμενο. Η πτώση του αντικειμένου είναι συνήθως η αιτιατική, αλλά υπάρχουν ρήματα που δέχονται αντικείμενο και σε γενική, δοτική και αφαιρετική.

Αν κατά την ανάλυση βρούμε τους κύριους βασικούς όρους, δηλαδή το υποκείμενο, το ρήμα, το άμεσο αντικείμενο, το έμμεσο αντικείμενο και το κατηγορούμενο, αν βέβαια υπάρχουν στην πρόταση όλοι, οι απομένουσες λέξεις θα είναι προσδιορισμοί. Αν περισσεύει ουσιαστικό που προσδιορίζει όνομα θα είναι ονοματικός προσδιορισμός, ομοιόπτωτος, δηλαδή παράθεση (ἀνὴρ ῥήτωρ, Ἀλέξανδρος ὁ βασιλεὺς ἦν Μακεδών, Σάμιος ὁ ναύαρχος) ή επεξήγηση (μεγίστου κακοῦ ἀπαλλαγή, πονηρίας, ὁ κοινὸς ἰατρὸς θεραπεύσει σε, χρόνος) ή ετερόπτωτος, δηλαδή γενική κτητική (οἶκος δεσπότου, ἡ ἀρετὴ τοῦ ἀνδρός), γενική του δημιουργού (νόμοι Δράκοντος), γενική της καταγωγής (Θουκυδίδης Ὀλόρου), γενική διαιρετική (μέρος τι τῶν βαρβάρων, οἱ σώφρονες τῶν πολιτῶν), γενική της ύλης ή του περιεχομένου (σωρὸς σίτου, τοῖχος πλίνθου), γενική της ιδιότητας (λευκότης χιόνος), γενική του μέτρου (ὀκτὼ σταδίων τεῖχος), γενική της αξίας (ἱερὰ τριῶν ταλάντων), γενική της αιτίας (γραφὴ ἀσεβείας), γενική υποκειμενική (ἡ βασιλέως ἐπιορκία, φόβος τῶν βαρβάρων), γενική αντικειμενική (ἐπιθυμία τοῦ ὕδατος), δοτική ωφέλειας (ἦσαν γὰρ τοῖς Ἀθηναίοις οἱ ἱππεῖς ὠφέλιμοι), φιλίας (ὁ ἀγαθὸς ἔστω φίλος τῷ ἀγαθῷ), έχθρας (τύραννος ἐχθρὸς ἐλευθερίᾳ καὶ νόμοις ἐναντίος), της ευπείθειας (εὐπειθὴς τοῖς ἄρχουσι) ή υποταγής, ταυτότητας, ομοιότητας (ὁμοίαν ταῖς δούλαις εἶχεν τὴν ἐσθῆτα), ισότητας, του ταιριαστού (τὸ αἰσχρὸν ἀνάρμοστόν ἐστι τῷ θεῷ), της αναφοράς (τῷ μὲν τρόπῳ γίγνου φιλοπροσήγορος), αιτιατική της αναφοράς (ἀνὴρ θαυμάσιος τὸ κάλλος).

Αν το ουσιαστικό που περισσεύει προσδιορίζει ρήμα θα είναι επιρρηματικός προσδιορισμός όπως γενική του χρόνου (ἐφυλάττοντο νυκτός τε καί ἡμέρας), γενική της αιτίας (αἰτιᾶσθαι ἀλλήλους τοῦ γεγενημένου, ἀσεβείας φεύγω ὑπὸ Μελήτου), γενική του ποσού (πόσου διδάσκει Πρόδικος;), γενική της αξίας (Θεμιστοκλέα τῶν μεγίστων δωρεῶν ἠξίωσαν), γενική της αναφοράς (τί δὲ ἵππων οἴει;), δοτική του τόπου (Οἱ Ἕλληνες ἔστησαν τρόπαια Μαραθῶνι καὶ Σαλαμῖνι), του χρόνου (τετάρτῃ δὲ ἡμέρᾳ καταβαίνουσιν εἰς τὸ πεδίον), της αιτίας (δειλίᾳ ἔλιπον τὴν τάξιν, χαλεπῶς φέρω τοῖς παροῦσι πράγμασι), του οργάνου (ἔβαλέ με λίθοις) ή μέσου, της συνοδείας (Ξέρξης διακοσίαις καὶ χιλίαις ναυσὶν ἀφίκετο), του ποσού (πολλῷ κρεῖττον), της αναφοράς (οὔτε ποσὶν εἰμι ταχὺς οὔτε χερσὶν ἰσχυρός), αιτιατική του χρόνου (τὴν μητέρα τελευτήσασαν πέπαυμαι τρέφων τρίτον ἔτος τουτί), του τόπου (πέμψομεν αὐτόν Ἑλλάδα), της έκτασης, (ἀπέχει Πλάταια Θηβῶν σταδίους ἑβδομήκοντα), της αιτίας (ἀλλ’ αὐτὰ ταῦτα καὶ νῦν ἥκω παρά σε), του τρόπου (τίνα τρόπον κόψω τὴν θύραν;).

Στη λατινική πολλές από τις χρήσεις της γενικής και δοτικής γίνονται με την αφαιρετική, όπως κοντά σε ονόματα η αφαιρετική της ιδιότητας, η συγκριτική αφαιρετική, η αφαιρετική της κοινωνίας ή συνοδείας, αφαιρετική της αναφοράς και κοντά σε ρήματα αφαιρετική του οργάνου, του μέτρου ή της διαφοράς, του χρόνου κ.ά.

Αν περισσεύει επίθετο, αντωνυμία, μετοχή θα είναι επιθετικός (τὰς παλαιὰς πράξεις) ή κατηγορηματικός προσδιορισμός (καὶ κατεκαύθη πᾶσα ἡ πόλις), επιθετικός, όταν δηλώνεται μόνιμη ιδιότητα, και κατηγορηματικός (κατέλαβον τὰς κώμας ἐρήμους), όταν δηλώ-νεται παροδική ιδιότητα, επιθετικός αν το επίθετο έχει άρθρο, κατηγορηματικός αν το ουσιαστικό έχει άρθρο και δεν έχει το επίθετο. Αν περισσεύει επίρρημα θα είναι επιρρηματικός προσδιορισμός και αν περισσεύει πρόθεση με το αντικείμενό της (συνήθως ουσιαστικό), θα είναι εμπρόθετος προσδιορισμός. Ειδικότερες περιπτώσεις θα εξετασθούν μέσα στα κείμενα.



2.1.3. Ιδιωματικά στοιχεία, αποκλίσεις, συμπληρώσεις:

(Αυτά τα στοιχεία μελετώνται σε δεύτερη και σε τρίτη φάση, αφού δηλαδή έχει ολοκληρωθεί η μελέτη του κανονικού μαθήματος.)


1. Οι ξενόγλωσσες λατινικές γραμματικές συνήθως δεν αναφέρουν ως ξεχωριστά μέρη του λόγου τη μετοχή και το επιφώνημα ούτε κάνουν διάκριση του επιθετικού από τον κατηγορηματικό προσδιορισμό.

2. Ορισμένες φορές το υποκείμενο ή σπανιότερα και το αντικείμενο ρήματος δευτερεύουσας ειδικής ή πλάγιας ερωτηματικής πρότασης μεταφέρεται στην κύρια πρόταση ως αντικείμενο και το σχήμα αυτό λέγεται πρόληψη (οἶδα τὸν ἄνθρωπον ὡς θνητός ἐστι).

3. Υποκείμενο ουδέτερου γένους πληθυντικού αριθμού δέχεται ρήμα 3ο ενικό, αττική σύνταξη (τὰ ἱερὰ οὐκ ἐγίγνετο).

4. Το αντωνυμικό υποκείμενο γένους ουδετέρου πολλές φορές έλκεται από το γένος του κατηγορουμένου, έλξη γένους, συνήθως έλξη αναφορικού (αὕτη (τοῦτο) ἄλλη πρόφασις ἦν).

5. Το σύστοιχο αντικείμενο, δηλαδή το αντικείμενο που είναι της ίδιας ρίζας με το ρήμα, όταν παραλείπεται και στη θέση του χρησιμοποιείται ως σύστοιχο αντικείμενο ο επιθετικός προσδιορισμός, έχει συχνά επιρρηματική σημασία (μέγα φθέγγομαι, δεινὰ ὑβρίζω).

6. Ο επιθετικός προσδιορισμός συγκρίνει το προσδιοριζόμενο με άλλο πρόσωπο ή πράγμα, ο κατηγορηματικός συγκρίνει το προσδιοριζόμενο με τον εαυτό του (ηὗρον τὴν ἔρημον πόλιν, ηὗρον τὴν πόλιν ἔρημον).

7. Τα επίθετα ἄκρος, μέσος, ἔσχατος, ἥμισυς, μόνος, πᾶς, ἅπας, ὅλος όταν είναι άναρθρα και προσδιορίζουν έναρθρο ουσιαστικό είναι κατηγορηματικοί προσδιορισμοί.



2.2. Κείμενα. Ανάλυσε και μετάφρασε τα κείμενα:


1. Ἁπλοῦς ὁ μῦθος τῆς ἀληθείας ἐστί.

2. Ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου.

3. Οἱ μὲν ἄνδρες γεγόνασι γυναῖκες, αἱ δὲ γυναῖκες ἄνδρες.

4. Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινά ἐστι.

5. Σὺν Ἀθηνᾷ καὶ χεῖρα κίνει!


6. In me’dio stat ve’ritas.

7. Mens sana in co’rpore sano est.

8. Poe’tae nascu’ntur, fiunt orato’res.

9. Qui bene amat, bene casti’gat.

10. Salus po’puli supre’ma lex esto.


Λεξιλόγιο-σχόλια:


(Τα ουσιαστικά θα δίνονται, και πρέπει να μαθαίνονται, με τη γενική τους, τα επίθετα και οι αντωνυμίες με τα τρία γένη, τα επιρρήματα με τους τρεις βαθμούς και τα ρήματα με τους αρχικούς χρόνους τους - στα λατινικά τον ενεστώτα, τον παρακείμενο, το σουπίνο και το απαρέμφατο ενεστώτα.)


ἁπλοῦς: μονός, απλός, ἁπλοῦς, ἁπλῆ, ἁπλοῦν, ἁπλόος, -οῦς, ἁπλόη, -ῆ, ἁπλόον, -οῦν.

μῦθος: λόγος, ομιλία, μύθος, ὁ μῦθος, -ου.

αἴρων: εκείνος που σηκώνει, μετοχή ενεστώτα του αἴρω, ᾖρον, ἀρῶ, ἦρα, ἦρκα, ἤρκειν, ομόρριζα, άρση, άρδην, αρτηρία, αιώρα (κούνια), έρανος, αορτήρας, άρτος, άρμα, έπαρση, αορτή, αντάρτης, μετέωρος, συνωρίς (ζεύγος αλόγων), μετάρσιος, μίσθαρνος, συντάξεις, αἴρω τι, αἴρομαι πόλεμον, αἴρω τὸν πόλεμον (καταπαύω τον πόλεμο).

γεγόνασιν: έχουν γίνει, παρακείμενος του γίγνομαι, ἐγιγνόμην, γενήσομαι, ἐγενόμην, γέγονα, ἐγεγόνειν, ομόρριζα, γένεση, γενιά, γηγενής, γνήσιος, γονέας, πρόγονος, gignor, ge’nitor, περιφράσεις, γίγνομαι ἀπὸ δείπνου, ἐγγὺς γίγνομαι, ἐπί τινι γίγνομαι, ἐπί τινος γίγνομαι, (ασχολούμαι με κάτι), ὑπό τινος γίγνομαι, ἐν ὀργῇ γίγνομαι, ἐμποδὼν γίγνομαι.

χεῖρα: το χέρι, χείρ, χειρός, χειρί, χεῖρα, χείρ, χεῖρες, χειρῶν, χερσί, χεῖρας, χεῖρες.

κίνει: να κουνάς, προστακτική ενεστώτα του κινῶ, ἐκίνουν, κινήσω, ἐκίνησα, κεκίνηκα, ἐκεκινήκειν, ομόρριζα, κίνηση, κίνημα, κινητός, κινητήρ, κούνια, κούνημα, περιφράσεις, κινῶ πᾶν χρῆμα (κάνω τα πάντα).



in medio: στη μέση, in, πρόθεση συντασσόμενη με αφαιρετική, medius, -a, -um, ο μέσος, ομόρριζα, me’dium, medi’etas (μεσότητα), medi’ocris (μέτριος), medio’critas, medio’criter, μέσος, -η, -ον.

stat: στέκεται, βρίσκεται, γ΄ενικό οριστικής ενεστώτα του sto, steti, statum, stare, ομόρριζα, stabi’lio, stabi’litas (σταθερότητα), sta’tio (στάση), statim (αμέσως), stati’vus (στάσιμος, μόνιμος), sta’tua (άγαλμα), statu’men (στήριγμα), sta’tuo (στήνω), statu’ra (ανάστημα), ἵστα-μαι.

ve’ritas: η αλήθεια, ve’ritas, -a’tis, θηλυκό της Γ΄ κλίσης.

mens: ο νους, mens, mentis, θηλυκό της Γ΄ κλίσης.

sana: υγιής, sanus, -a, -um, ομόρριζα, sane (βέβαια), sana’tio (θεραπεία), sana’bilis (ιάσιμος), σανατόριο.

in co’rpore: στο σώμα, corpus, co’rporis, το σώμα, ουδ. της Γ΄ κλίσης.

poe’tae: οι ποιητές, poe’ta, -ae, αρσενικό της Α΄κλίσης, poe’sis, poe’tice, poe’ticus, ποιητής.

nascu'ntur: γεννιούνται, nascor, natus sum, nasci, γεννιέμαι.

fiunt: γίνονται, fio, factus sum, fi’eri, γίνομαι.

orato’res: ρήτορες, ora’tor, -o’ris, αρσενικό της Γ΄κλίσης.

qui: όποιος, qui, quae, quod, αναφορική αντωνυμία, οποίος, -α, -ο.

bene: καλώς, καλά, επίρρημα, bene, me’lius, o’ptime.

amat: αγαπά, amo, -a’vi, -a’tum, -a’re, αγαπώ, amo, amas, amat, ama’mus, ama’tis, amant, ομόρριζα, amor, ama’tio, ama’tor (εραστής), ama’trix (ερωμένη), amato’rie (ερωτικά).

casti’gat: τιμωρεί, casti’go, -a’vi, -a’tum, -a’re.

salus: η σωτηρία.

po’puli: του λαού, po’pulus, -i, αρσενικό της Β΄ κλίσης, ομόρριζα, popula’ris, popula’res (δημοκρατικοί), popula’ritas, popula’riter, popula’ris, -is, (δημοφιλής, δημότης), ποπολάρος.

supre’ma: πολύ μεγάλη, ύψιστη, super, supe’rior, supre’mus και summus.

lex: νόμος, lex, legis, θηλυκό της Γ΄ κλίσης.

esto: ας είναι, προστακτική μέλλοντα του βοηθητικού sum, fui, esse, ίδιο θέμα με την αντίστοιχη ελληνική προστακτική ἔστω, οριστική μέλλοντα, ero, eris, erit, e’rimus, e’ritis, erunt, προστακτική μέλλοντα, esto, esto, esto’te, sunto.




ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ Συγκριτική διδασκαλία των κλασικών γλωσσών Μάθημα 2 Συνέχεια